Ένα μήνα μετά και πάλι με τον χρόνο τα βάζεις..
Δεν περνά με τίποτα! Κάθε πρωί ξυπνάς και λες "να μια καινούργια μέρα! Σήμερα θα είναι η αρχή μιας καινούργιας ζωής...". Το λες μπας και το πιστέψεις εσύ η ίδια. Ξεκινάς να πας στην δουλειά και στο αυτοκίνητο φωνάζεις ασυναίσθητα το όνομά του για να τον ξυπνήσεις..Φτάνεις στην δουλειά και χώνεις το τηλέφωνο βαθιά στην τσάντα για να μην το βρίσκεις. Και περνά το 8ωρο..Ξεχνιέσαι για λίγο με την δουλειά. Για λίγο μόνο. Βγαίνεις έξω να καπνίσεις και το μυαλό σου είναι εκεί... τι να κάνει, πως να περνάει χωρίς εσένα, αν του λείπεις, αν σε σκέφτεται, αν πρέπει να του τηλεφωνήσεις, αν πρέπει να του ξαναπείς ότι είσαι μισή χωρίς αυτόν και άλλα τέτοια "ευχάριστα".. Και μόλις τελειώνει το τσιγάρο βάζεις για άλλη μια φορά την ουρά ανάμεσα στα πόδια και ξαναγυρνάς στην ρουτίνα της δουλειάς για να ξεχαστείς και πάλι..
Κι έρχεται η ώρα που δυστυχώς το 8ωρο τελειώνει..ποιός θα σου το λεγε ότι θα σχολάς και θα παρακαλάς να είχες δικαιολογία να μείνεις κι άλλο..
Και μπαίνεις στο αυτοκίνητο και ξεκινάς.. που πας?
Γυρίζεις σπίτι γιατί δεν έχεις όρεξη να δεις κανέναν... Και να δεις δηλαδή τι να τους πεις?
...Γυρνάς στο άδειο σου δωμάτιο...
Μόνο εκεί νιώθεις ασφάλεια. Αλλά και μόνο εκεί έχεις τόσες πολλές αναμνήσεις.Και μισείς τα βράδυα που είναι άδεια..
Και ξανακρύβεις το τηλέφωνο..
Βγαίνεις, πίνεις και κάνεις τάχα πως διασκεδάζεις.. Πως γίνεται να διασκεδάζεις όταν στο διπλανό τραπέζι ή στην άκρη του μπαρ νομίζεις ότι τον βλέπεις;
Δεν ξέρεις πια τι πρέπει να κάνεις..πως να αντιδράσεις..παραμένεις ακίνητη, βουβή και απλά περιμένεις..μπας και συμβεί ένα θαύμα..
Το θαύμα όμως δεν γίνεται...γι αυτό τα ξαναβάζεις με τον χρόνο που περνά αργά και βασανιστικά και δεν σε γιατρεύει τελικά.
Το συναίσθημα έχει ώς εξής... είναι σα να πνίγεσαι στη θάλασσα και να μην έρχεται ένα χέρι να σε τραβήξει.
Η διαφορά πάλι είναι οτι δεν θέλεις ένα οποιοδήποτε χέρι να σωθείς.. γιατί αν ήθελες ένα οποιοδήποτε θα είχες σωθεί ήδη..
Περιμένεις το συγκεκριμένο χέρι να σε σώσει...
Θα σε σώσει...; Ή θα σου δώσει άλλη μια να πας πιο κάτω;
Κι εσύ το νιώθεις ότι κατρακυλάς ακόμη πιο κάτω περιμένοντας.. αλλά μένεις εκεί..γιατί έχεις κοκκαλώσει.
Θυμώνεις, κλαις, ουρλιάζεις μέσα σου γιατί δεν θέλεις άλλος να ακούσει τι λες..Γιατί ξέρεις ότι είναι ξέσπασμα και θα σου περάσει.
Δεν έχεις όμως να κρύψεις απολύτως τίποτα..Αυτό είμαι.. αυτό νιώθω..αυτό σου δίνω..και σε σένα δίνω ό,τι έχω και δεν έχω...Νιώθεις δυνατή και αδύναμη ταυτόχρονα..πως είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό;
Δεν μπορείς να φύγεις απ αυτό, δεν μπορείς να είσαι μέσα σ αυτό γιατί κάποιος σου κρατάει την πόρτα κλειστή..κι έτσι φυτοζωείς για να λες ότι τάχα ζεις.
Ούτε να ελπίζεις μπορείς..
Βγάζεις νόημα;...γιατί εγώ πια δεν βγάζω...
Δεν περνά με τίποτα! Κάθε πρωί ξυπνάς και λες "να μια καινούργια μέρα! Σήμερα θα είναι η αρχή μιας καινούργιας ζωής...". Το λες μπας και το πιστέψεις εσύ η ίδια. Ξεκινάς να πας στην δουλειά και στο αυτοκίνητο φωνάζεις ασυναίσθητα το όνομά του για να τον ξυπνήσεις..Φτάνεις στην δουλειά και χώνεις το τηλέφωνο βαθιά στην τσάντα για να μην το βρίσκεις. Και περνά το 8ωρο..Ξεχνιέσαι για λίγο με την δουλειά. Για λίγο μόνο. Βγαίνεις έξω να καπνίσεις και το μυαλό σου είναι εκεί... τι να κάνει, πως να περνάει χωρίς εσένα, αν του λείπεις, αν σε σκέφτεται, αν πρέπει να του τηλεφωνήσεις, αν πρέπει να του ξαναπείς ότι είσαι μισή χωρίς αυτόν και άλλα τέτοια "ευχάριστα".. Και μόλις τελειώνει το τσιγάρο βάζεις για άλλη μια φορά την ουρά ανάμεσα στα πόδια και ξαναγυρνάς στην ρουτίνα της δουλειάς για να ξεχαστείς και πάλι..
Κι έρχεται η ώρα που δυστυχώς το 8ωρο τελειώνει..ποιός θα σου το λεγε ότι θα σχολάς και θα παρακαλάς να είχες δικαιολογία να μείνεις κι άλλο..
Και μπαίνεις στο αυτοκίνητο και ξεκινάς.. που πας?
Γυρίζεις σπίτι γιατί δεν έχεις όρεξη να δεις κανέναν... Και να δεις δηλαδή τι να τους πεις?
...Γυρνάς στο άδειο σου δωμάτιο...
Μόνο εκεί νιώθεις ασφάλεια. Αλλά και μόνο εκεί έχεις τόσες πολλές αναμνήσεις.Και μισείς τα βράδυα που είναι άδεια..
Και ξανακρύβεις το τηλέφωνο..
Βγαίνεις, πίνεις και κάνεις τάχα πως διασκεδάζεις.. Πως γίνεται να διασκεδάζεις όταν στο διπλανό τραπέζι ή στην άκρη του μπαρ νομίζεις ότι τον βλέπεις;
Δεν ξέρεις πια τι πρέπει να κάνεις..πως να αντιδράσεις..παραμένεις ακίνητη, βουβή και απλά περιμένεις..μπας και συμβεί ένα θαύμα..
Το θαύμα όμως δεν γίνεται...γι αυτό τα ξαναβάζεις με τον χρόνο που περνά αργά και βασανιστικά και δεν σε γιατρεύει τελικά.
Το συναίσθημα έχει ώς εξής... είναι σα να πνίγεσαι στη θάλασσα και να μην έρχεται ένα χέρι να σε τραβήξει.
Η διαφορά πάλι είναι οτι δεν θέλεις ένα οποιοδήποτε χέρι να σωθείς.. γιατί αν ήθελες ένα οποιοδήποτε θα είχες σωθεί ήδη..
Περιμένεις το συγκεκριμένο χέρι να σε σώσει...
Θα σε σώσει...; Ή θα σου δώσει άλλη μια να πας πιο κάτω;
Κι εσύ το νιώθεις ότι κατρακυλάς ακόμη πιο κάτω περιμένοντας.. αλλά μένεις εκεί..γιατί έχεις κοκκαλώσει.
Θυμώνεις, κλαις, ουρλιάζεις μέσα σου γιατί δεν θέλεις άλλος να ακούσει τι λες..Γιατί ξέρεις ότι είναι ξέσπασμα και θα σου περάσει.
Δεν έχεις όμως να κρύψεις απολύτως τίποτα..Αυτό είμαι.. αυτό νιώθω..αυτό σου δίνω..και σε σένα δίνω ό,τι έχω και δεν έχω...Νιώθεις δυνατή και αδύναμη ταυτόχρονα..πως είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό;
Δεν μπορείς να φύγεις απ αυτό, δεν μπορείς να είσαι μέσα σ αυτό γιατί κάποιος σου κρατάει την πόρτα κλειστή..κι έτσι φυτοζωείς για να λες ότι τάχα ζεις.
Ούτε να ελπίζεις μπορείς..
Βγάζεις νόημα;...γιατί εγώ πια δεν βγάζω...

....ΓΡΑΦΕ ΛΙΓΟΤΕΡΑ...ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΟΛΑ...!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΟ ΓΝΩΣΤΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ.